σεαυτού

και σαυτού, -ής / σεαυτοῡ και σαυτοῡ, -ῆς, ΝΑ, και ιων. τ. σεωυτοῡ και στον Όμ. σοῡ αὐτοῡ Α
(αυτοπαθής αντων. β' εν. προσ. μόνο στις πλάγιες πτώσεις)
1. εσένα τού ίδιου, τού ίδιου τού εαυτού σου
2. φρ. α) «γνώθι σαυτόν» — γνώρισε τον εαυτό σου, μάθε ποιος είσαι
β) «κράτει σαυτού» — γίνε κύριος τού εαυτού σου, γίνε ανεξάρτητος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < προσωπ. αντ. σύ* (γεν. σέο / σεῦ / σοῦ + οριστ. επαναλ. αὐτός (πρβλ. ἐμαυτοῦ)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σεαυτοῦ — σαυτοῦ masc/neut gen sg σαυτοῦ neut gen sg σαυτοῦ masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ονειροπολώ — (Α ὀνειροπολῶ, έω) [ονειροπόλος] 1. απομακρύνομαι νοερά από την πραγματικότητα και περιπλανώμαι στους κόσμους τού ονείρου και τής φαντασίας, πλάθω όνειρα ενώ είμαι ξύπνιος, αναπολώ κάτι ευχάριστο που συνέβη στο παρελθόν ή πλέκω φανταστικές και… …   Dictionary of Greek

  • σαυτού — Α βλ. σεαυτοῡ …   Dictionary of Greek

  • σεωυτού — ῆς, Α ιων. τ. βλ. σεαυτοῦ …   Dictionary of Greek

  • ԱՆՁՆ — (ձին, ձինք, ձանց.) NBH 1 0192 Chronological Sequence: Unknown date, Early classical, 5c, 6c, 7c, 8c, 10c, 11c, 12c, 13c, 14c գ. (լծ. հյ. ինձ, ինձէն, ինքն. եւ ար. ինս, ինսան.) Ինքնութիւն իմացական եւ բանաւոր էակի՝ դիմաւ որոշելոյ. անհատն բնութենակից …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.